God-given -> θεόσταλτος, θεόδοτος, που έχει δοθεί από τον Θεό, δοτός από τον Θεό, δοσμένος από τον Θεό

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 815674
    • Gender:Male
  • point d’amour
God-given -> θεόσταλτος, θεόδοτος, που έχει δοθεί από τον Θεό, δοτός από τον Θεό
« Last Edit: 06 Jan, 2021, 10:13:52 by spiros »


 

Search Tools