compaction -> συμπύκνωση, σύμπηξη, σύμπτυξη, πύκνωση, λιθοποίηση, συμπίεση, πυκνοποίηση, στιφροποίηση

wings · 22 · 3473

wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72020
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Άσε. Δεν μου 'δωσε φιλοδώρημα.
« Last Edit: 11 Jan, 2021, 23:11:22 by wings »
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)




wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72020
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Δεν φταίει αυτό. Μου την είχε φυλαγμένη που 2 μέρες τώρα την είχα αφήσει δεύτερη. :-)
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)


wings

  • Global Moderator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 72020
    • Gender:Female
  • Vicky Papaprodromou
Φίλος μηχανικός μόλις μου είπε ότι στην περίπτωση της σκυροδέτησης η προτιμώμενη απόδοση είναι «συμπύκνωση».
Ο λόγος είναι μεγάλη ανάγκη της ψυχής. (Γιώργος Ιωάννου)




nicarras

  • Newbie
  • *
    • Posts: 15
    • Gender:Male
Εξετάστε και τη λέξη "στιφρός" και άρα "στιφροποίηση". Οι παλιοί γεωλόγοι χρησιμοποιούσαν αποκλειστικά αυτή τη λέξη για να πουν compact στις περιγραφές των πετρωμάτων. Η λέξη υπάρχει και στον Αριστοτέλη. Οι νεώτεροι δεν την πολυγνωρίζουν, όμως τη συναντούν στους γεωλογικούς χάρτες, αναπόφευκτα.

-ή, -ό / στιφρός, -ά, -όν, ΝΜΑ, θηλ. και -α, Ν
συμπαγής, σφιχτός, σφιχτοδεμένος (α. «στιφρό πέτρωμα» — το πέτρωμα τού οποίου τα συστατικά αποτελούν ομοιόμορφη μάζα
β. «σάρκα στιφράν», Αριστοτ.
γ. «καυλὸς σαρκώδης καὶ στιφρός», Αριστοτ.)
νεοελλ.
φρ. α) «στιφρὸς ιστός»
(πετρογρ.) ο στιφροκοκκώδης ιστός
β) «στιφρός πλακούντας»
ιατρ. μη φυσιολογική προσκόλληση τού πλακούντα ή τμήματος του στο τοίχωμα τής μήτρας
αρχ.
1. μτφ. ισχυρογνώμονας, πεισματάρης («καλοίμην αυστηρός και στιφρός», Ευστ.)
2. ρωμαλέος, σφιχτοδεμένος, γερός («στιφρός νεανίας», Φιλόστρ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < στῖφος* «πυκνή μάζα, πλήθος, ομάδα» + επίθημα -ρός (πρβλ. κῦδος: κυδρός, αἶσχος: αἰσχρός)].

firm, solid, Men. in POxy.1803.1, al.; of olives, Ar. Fr.141; σκέλη X.Cyn.4.1, cf. 5.30; πλεκτάνη Crobyl.7; καυλὸς σαρκώδης καὶ σ. Arist.HA510b28; of wood, Thphr.HP3.11.4, 5.1.11 (Comp.); opp. μαδαρός, of flesh, Arist.HA531b13; opp. ὑγρός, Id.GA735b18; opp. σομφός, ib.732b35; τὸ τῶν βατράχων ᾠὸν στερεὸν καὶ σ. ib.754a34; of persons, stout, sturdy, νεανίας Philostr.Jun.Im. 15, cf. 1,3.—στρυφνός is a freq. v.l.
στιφρός - Ancient Greek (LSJ)
« Last Edit: 11 Jan, 2021, 21:46:20 by spiros »



 

Search Tools