front runner -> φαβορί, αυτός που έχει το προβάδισμα, αυτός που προηγείται, βασικότερος αντίπαλος, επικεφαλής, επικρατέστερος αντίπαλος, μπροστάρης, μπροστάρισσα, οδηγητής, προπορευόμενος, οδηγός κούρσας, πρωτοπόρος, πρώτος

Viperalus

  • Full Member
  • ***
    • Posts: 386
    • Gender:Male
front runner, frontrunner, front-runner -> προπορευόμενος, πρωτοπόρος, επικεφαλής, οδηγητής, φαβορί, πρώτη θέση, επιθετικός, μπροστάρης, πρώτος επιλαχών

Armenian: առաջատար (hy) (aṙaǰatar)
Danish: favorit
Finnish: ennakkosuosikki
German: Spitzenreiter (de) m, Favorit (de) m, Spitzenkandidat (de) m, Topkandidat m, Führender (de) m
Russian: ли́дер (ru) m (líder)
Spanish: favorecido (es) m, candidato adelante m, preferido (es) m
Swedish: favorit (sv) c, huvudkandidat c
« Last Edit: 26 Jan, 2021, 09:44:18 by spiros »
“None are more hopelessly enslaved than those who falsely believe they are free.” ― Johann Wolfgang von Goethe


 

Search Tools