high-up -> υψηλά ιστάμενος, υψηλά ιστάμενη, υψηλά ιστάμενο πρόσωπο, ανώτερος υπάλληλος, άτομο υψηλής κοινωνικής στάθμης, ανώτερος, ιθύνων

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 816743
    • Gender:Male
  • point d’amour

 

Search Tools