aerugo -> ιός χαλκού, σκωρία χαλκού, γάνα, χαλκοσκουριά, ζήλια, φθόνος, απληστία, πλεονεξία, επιβουλή

kupirijo

  • Newbie
  • *
    • Posts: 81
    • Gender:Male
από το aes (γεν. aeris) (χαλκός) + -ugo (λεπτό στρώμα) κατά το ferrugo = σκωρία σιδήρου

aerūgō
rust of copper, verdigris
canker of the mind, ill will, envy, avarice
aerugo - Wiktionary
aerugo - Ancient Greek (LSJ)
« Last Edit: 12 Feb, 2021, 11:43:36 by spiros »


 

Search Tools