melioidosis → μελιοείδωση, μελιοείδωσις

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 824608
    • Gender:Male
  • point d’amour
melioidosis → μελιοείδωση, μελιοείδωσις
μαλεοειδές

Melioidosis is an infectious disease caused by a Gram-negative bacterium called Burkholderia pseudomallei. Most people infected with B. pseudomallei experience no symptoms, but those who do experience symptoms have signs and symptoms that range from mild, such as fever, skin changes, pneumonia, and abscesses, to severe with inflammation of the brain, inflammation of the joints, and dangerously low blood pressure that causes death. About 10% of people with melioidosis develop symptoms that last longer than two months, termed "chronic melioidosis".
Melioidosis - Wikipedia

Η μελιοείδωση, που ενδημεί κυρίως στην Ινδία και τη Ν.Α. Ασία, οφείλεται στη Pseudomonas pseudomallei και μπορεί να λάβει τέσσερις κλινικές μορφές. Η σηψαιμική μορφή χαρακτηρίζεται από συστηματικά συμπτώματα όπως πυρετός, μυαλγίες, καφαλαλγία, διάρροια και στη συνέχεια ερύθημα προσώπου, φλυκταινώδες εξάνθημα, λεμφαδενοπάθεια, πολυοργανική ανεπάρκεια. Η πνευμονική μορφή εκδηλώνεται με πυρετό, ρίγος, λεμφαδενοπάθεια, φυσσαλιδώδες ή φλυκταινώδες εξάνθημα και προσβολή του πνευμονικού περεγχύματος (βρογχοπνευμονία έως νεκρωτική πνευμονία). Στην εντοπσμένη μορφή παρουσιάζεται τοπική φλεγμονή με σχηματισμό έλκους και λευκωπών ή φαιών οζιδίων και σύστοιχη λεμφαδενίτιδα. Η χρόνια πυώδης μορφή μπορεί να εκδηλωθεί έως πολλά χρόνια μετά την έκθεση με αποστήματα του δέρματος, των σκελετικών μυών, του σπλήνα ή του ήπατος. Η μάλη είναι κυρίως νόσος των αλόγων που οφείλεται στη Pseudomonas mallei και μόνο κατ’ εξαίρεση μπορεί να προσβάλει τον άνθρωπο με εκδηλώσεις όμοιες με αυτές της εντοπισμένης και της χρόνιας πυώδους μορφής της μελιοείδωσης.
Μελιοείδωση / Μάλη - Εθνικός Οργανισμός Δημόσιας Υγείας

ar: راعوم; de: Melioidose; en: melioidosis; es: melioidosis; fi: melioidoosi; fr: mélioïdose; he: מליודוסיס; it: melioidosi; ja: 類鼻疽; ko: 유비저; ky: мелиоидоз; lv: melioidoze; ml: മെലിയോയ്ഡോസിസ്; ms: melioidosis; nl: melioidose; pl: melioidoza; pt: melioidose; si: මෙලියොයිඩෝසිස්; sv: melioidos; th: โรคเมลิออยด์; uk: меліоїдоз; vi: melioidosis; zh: 類鼻疽


 

Search Tools