zooid / zoöid ≠ zoid / zöid (ζωίδιο, ζωοειδές, π.χ. γονοζωίδιο, μικροζωίδιο, δακτυλοζωίδιο, γαστροζωίδιο)

spiros · 1 · 1967


  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 853903
    • Gender:Male
  • point d’amour
zooid / zoöid vs zoid / zöid (ζωίδιο, ζωοειδές, π.χ. γονοζωίδιο)

Φαίνεται να υπάρχει μια ορολογική σύγχυση στους παραπάνω όρους οι οποίοι αναφέρονται σε διαφορετικούς τύπους οργανισμών. Λογικά θα πρέπει να είχαμε:

zooid / zoöid → ζωοειδές (πλ. ζωοειδή)
zoid / zöid  → ζωίδιο (πλ. ζωίδια)

Μια κοινή λέξη που ακολουθεί αυτή τη λογική είναι το σπερματοζωίδιο  (spermatozoid) το οποίο είναι βοτανολογικός όρος και αφορά σε φύκια, φτέρες ή γυμνόσπερμα. Αν ρίξουμε όμως μια ματιά στους ορισμούς του zooid, θα δούμε στον πρώτο να αναφέρετε και το spermatozoid (zooid: An organic body or cell having locomotion, as a spermatic cell or spermatozoid)!

Ωστόσο, φαίνεται να κυριαρχεί το ζωίδιο (μήπως από φόβο της κοινής σημασίας του ζωοειδούς ως animal-like;) για αμφότερες τις περιπτώσεις, καταργώντας έτσι τον διαχωρισμό, πράγμα που φαίνεται ακόμη πιο έντονα στα σύνθετα:

Με κατάληξη -zooid:

gonozooid → γονοζωίδιο, γονοζωοειδές, γονοφόρο ζωίδιο, γονοφόρο ζωοειδές
microzooid → μικροζωίδιο, μικροζωοειδές
macrozooid → μακροζωίδιο, μακροζωοειδές
polyzooid → άτομο αποικίας πολυζώων, πολυζωίδιο, πολυζωοειδές
dactylozooid → δακτυλοζωίδιο, δακτυλοζωοειδές
gastrozooid → γαστροζωίδιο, γαστροζωοειδές
autozooid → αυτοζωίδιο, αυτοζωοειδές

Και με κατάληξη -zoid:

antherozoid → ανθηροζωίδιο
spermatozoid → σπερματοζωίδιο

a reproductive cell that possesses one or more flagella, and is capable of independent movement.

In botany, a zoid or zoïd /ˈzoʊ.ɪd/ is a reproductive cell that possesses one or more flagella, and is capable of independent movement. Zoid can refer to either an asexually reproductive spore or a sexually reproductive gamete. In sexually reproductive gametes, zoids can be either male or female depending on the species. For example, some brown alga (Phaeophyceae) reproduce by producing multi-flagellated male and female gametes that recombine to form the diploid sporangia. Zoids are primarily found in some protists, diatoms, green alga, brown alga, non-vascular plants, and a few vascular plants (ferns, cycads, and Ginkgo biloba). The most common classification group that produces zoids is the heterokonts or stramenopiles. These include green alga, brown alga, oomycetes, and some protists. The term is generally not used to describe motile, flagellated sperm found in animals. Zoid is also commonly confused for zooid which is a single organism that is part of a colonial animal.

(biology) An organic body or cell having locomotion, as a spermatic cell or spermatozoid.
(zoology) An animal in one of its inferior or early stages of development, as one of the intermediate forms in alternate generation.
(zoology) One of the individual animals in a composite group, as of Anthozoa, Hydrozoa, and Bryozoa; — sometimes restricted to those individuals in which the mouth and digestive organs are not developed.

A zooid or zoöid is a single animal that is part of a colonial animal. This lifestyle has been adopted by animals from separate unrelated taxa. Zooids are multicellular; their structure is similar to that of other solitary animals. The zooids can either be directly connected by tissue (e.g. corals, Catenulida, Siphonophorae, Pyrosome or Ectoprocta) or share a common exoskeleton (e.g. Bryozoa or Pterobranchia). The colonial organism as a whole is called a zoon /ˈzoʊ.ɒn/, plural zoa (from Ancient Greek zôion ζῷον meaning animal; plural zôia, ζῷα).
« Last Edit: 14 Apr, 2020, 12:07:27 by spiros »


Search Tools