cross-dresser (CD) → παρενδυτικός, παρενδυτική, παρενδυτικό, παρενδυσίας, τραβεστί

spiros · 1 · 5266

spiros

  • Administrator
  • Hero Member
  • *****
    • Posts: 855312
    • Gender:Male
  • point d’amour
cross-dresser → παρενδυτικός, παρενδυτική, παρενδυτικό
που διακατέχεται από επίμονη επιλογή ένδυσης με ρούχα του αντίθετου φύλου

crossdresser
« Last Edit: 24 Sep, 2017, 11:46:47 by spiros »


 

Search Tools